Καμία ουσιαστική αποκλιμάκωση ή αποχώρηση τουρκικών πλοίων, από την επίμαχη περιοχή του νοτιοανατολικού Αιγαίου δεν έχει συμβεί τις τελευταίες 12 ώρες, πλην της μετακίνησης επτά σκαφών επιφανείας, μιας φρεγάτας, δύο πυραυλακάτων, δύο κορβετών και δύο βοηθητικών σκαφών προς το ναύσταθμο του Ακσάζ και της Σμύρνης, αναφέρουν απόλυτα έγκυρες πηγές του ΠΝ από το θέατρο επιχειρήσεων, ερμηνεύοντας αυτή την κίνηση ως «αλλαγή βάρδιας» και όχι ως στρατηγική επιλογή αποκλιμάκωσης από την πλευρά της Τουρκίας.

Ενώ, στην Ελλάδα ‘πανηγυρίζουν’ για την αποχώρηση του τουρκικού Στόλου, περισσότερα από 22 πολεμικά και βοηθητικά πλοία βρίσκονται παραταγμένα στην περιοχή όπου υπάρχουν αντίστοιχα και 15, ίσως και περισσότερα ελληνικά πολεμικά, υποβρύχια και βοηθητικά πλοία.

Κάποια ελληνικά πλοία έχουν μετακινηθεί και αυτά βορειότερα του «στενού» κύκλου αντιπαράθεσης στην περιοχή νοτιοδυτικά της Ρόδου.

Ειδικά στον κόλπο της Αττάλειας, οι δύο φρεγάτες του τουρκικού Ναυτικού που θα συνοδεύσουν το Oruc Peis σε περίπτωση που εξέλθει του κόλπου προς έρευνες, βάσει της NAVTEX που εκδόθηκε με ημερομηνία λήξης την 2α Αυγούστου, παραμένουν στην περιοχή.

Ανοικτά του κόλπου εξακολουθεί να περιπολεί ένα ελληνικό υποβρύχιο, αλλά όχι ελληνικά πλοία επιφανείας, όπως μεταδίδουν ΜΜΕ στην Αθήνα.

Σίγουρα η απόσυρση του 1/4 των τουρκικών πλοίων είναι μία κίνηση που αξιολογείται ως θετική από την ελληνική πλευρά, αλλά από μόνη της δεν λέει πολλά.

Θα πρέπει να δούμε αν η τουρκική πρόταση που απηύθυνε χθες ο Τούρκος πρόεδρος Ρ.Τ.Ερντογάν για διαπραγματεύσεις στον Κ.Μητοστάκη, έγινε αποδεκτή από την ελληνική πλευρά και τι θα περιλαμβάνουν αυτές οι διαπραγματεύσεις.

Ετσι, ή αλλιώς, όπως σημείωνε στέλεχος ξένης πρεσβείας χθες στην Αθήνα «Δεν εκτιμούμε ότι η ελληνική πλευρά θα προχωρούσε σε οποιαδήποτε περίπτωση σε ένοπλη αντιπαράθεση με την Τουρκία. Μια ρεαλιστική διαπραγμάτευση κρίνεται προτιμότερη».

Στο μεταξύ κανείς από την Αθήνα δεν σχολίασε το απίστευτο περιεχόμενο του χθεσινού tweet της τουρκικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον για την ανυπαρξία υφαλοκρηπίδας στο σύμπλεγμα της Μεγίστης.

Η πλήρης και πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση της τουρκικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον έχει ως εξής:

«Η Ελλάδα προσποιείται ότι αυτή η ερευνητική περιοχή βρίσκεται εντός της ελληνικής ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας, σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσει τους μαξιμαλιστικούς ισχυρισμούς της με βάση το νησί Καστελόριζο.

Πιστεύοντας ότι ένα μικρό νησί 4 τετραγωνικών μιλίων, μόλις 1 μίλι μακριά από την Τουρκία και 360 μίλια μακριά από την ελληνική ηπειρωτική χώρα, θα μπορούσε να δημιουργήσει μια θαλάσσια ζώνη 15.400 τετραγωνικών μιλίων είναι απαράδεκτο.

Αυτός ο μαξιμαλιστικός ισχυρισμός της Ελλάδας είναι αντίθετος με το διεθνές δίκαιο.

Το Καστελόριζο δεν μπορεί να δημιουργήσει μια περιοχή θαλάσσιας δικαιοδοσίας πέρα από τα χωρικά του ύδατα και να δημιουργήσει μια διακοπή στην παράκτια προβολή της Τουρκίας προς τη Μεσόγειο, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και την εγγύτητά του με την Τουρκία.

Είναι δύσκολο να τεκμηριωθούν οι ισχυρισμοί των Ελλήνων και των Ελληνοκυπρίων που στοχεύουν στον περιορισμό της Τουρκίας σε μια στενή περιοχή θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας, παρά το γεγονός ότι η Τουρκία έχει τη μεγαλύτερη ηπειρωτική ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο (σ.σ.: απόλυτα παραπλανητικός ισχυρισμός αφού επιμένει να μην λαμβάνει υπ’όψιν την ακτογραμμή των νησιών).

Το διεθνές δίκαιο ορίζει ότι τα νησιά αγνοούνται ή έχουν περιορισμένη επίδραση στην οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων, εάν η παρουσία τους στρεβλώνει τη δίκαιη οριοθέτηση ή εάν υπάρχουν άλλες ειδικές / σχετικές περιστάσεις.

Ομοίως, εάν το παράκτιο μήκος των νησιών που αντιμετωπίζουν τη σχετική περιοχή οριοθέτησης είναι πολύ ελάχιστο σε αντίθεση με άλλα ηπειρωτικά εδάφη, σε αυτά τα νησιά μπορούν να δοθούν μόνο χωρικά δικαιώματα στη θάλασσα.

Εάν τα νησιά απέχουν πολύ από την ηπειρωτική χώρα τους ή, από νομικής απόψεως, εάν βρίσκονται στη λάθος πλευρά της μέσης γραμμής μεταξύ των διάμεσων ηπειρωτικών, αυτά μπορούν να αγνοηθούν στην οριοθέτηση CS / ΑΟΖ πέρα από τα χωρικά τους ύδατα.

Πολλοί σχετικοί παράγοντες και ειδικές περιστάσεις, όπως η αναλογικότητα, η μη καταπάτηση, η εγγύτητα και η νομολογία του ICJ (Διεθνές Δικαστήριο) πρέπει να ληφθούν υπόψη στην οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων.

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα νομολογίας και κρατικής πρακτικής ως προς αυτό, όπως περιπτώσεις μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου-Γαλλίας, Ρουμανίας-Ουκρανίας, Λιβύης-Μάλτας, Νικαράγουας-Ονδούρας, Νικαράγουας-Κολομβίας και Τυνησίας-Ιταλίας».

Πηγή: europost.gr